Τρίτη 1 Μαρτίου 2022 στις 21.00

Ανοιχτή αντιπολεμική συνέλευση

Κάλεσμα σε ανοιχτή συνέλευση Τρίτη 1/3, 9 μ.μ.

στη Σχολή Θετικών Επιστημών, στο ΑΠΘ.

Με αφορμή την εισβολή στην Ουκρανία και σε συνέχεια της αντιπολεμικής μικροφωνικής - συγκέντρωσης, που έγινε το περασμένο Σάββατο, θεωρούμε κρίσιμο να γίνει μία συνέλευση με σκοπό να διερευνηθεί το ενδεχόμενο πραγματοποίησης πορείας προς το τέλος της εβδομάδας. Ακολουθεί εκτενέστερο κείμενο, ως δείγμα της ανάλυσης μας.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥΣ

ΝΑ ΜΠΛΟΚΑΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτέλεσε τη μεγάλη κλιμάκωση των καπιταλιστικών ανταγωνισμών και την κορύφωση της "ουκρανικής κρίσης", η οποία ήρθε να προστεθεί τους τελευταίους μήνες στο μεγάλο λεξικό των κρίσεων που χαρακτηρίζουν την ουσία των κυβερνητικών μοντέλων του καιρού μας. Η κρίση, με αυτή την έννοια, είναι κάθε φορά το μετέωρο βήμα των σύγχρονων μοντέλων διακυβέρνησης προς νέες συνθέσεις ώστε να ενσωματωθεί η δυσφορία των μαζών, να διαχωριστούν εκ νέου και πιο αποτελεσματικά οι πλεονάζοντες πληθυσμοί, να επιτευχθούν νέες δυνατότητες πειθαρχίας μέσα από την οικειοθελή συμμετοχή των νέων υποκειμένων στις νέες συνθήκες εγκλωβισμού τους.

Εντός αυτής της κίνησης, ο διακρατικός πόλεμος, αλλά κυρίως η πολεμική προετοιμασία και η αδιάκοπη σκηνοθεσία της, δεν είναι παρά μια θεμελιώδης μορφή εμπέδωσης της ασφάλειας, ο ακρογωνιαίος λίθος μιας διηνεκούς ειρήνης που έχει μετατρέψει τα πολεμικά επεισόδια σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις, τα στρατιωτικά τμήματα, τις πολιτικές δραστηριότητες και το βιομηχανικό σύμπλεγμα άμυνας-ασφάλειας σε υλική βάση της καθημερινής ζωής και της οικοδόμησης ενός συμπαγούς εθνικού κορμού, σε κάθε χώρα, περιφέρεια και αστική ζώνη.

Η ειρήνη ως στιγμή της καπιταλιστικής ανάπτυξη, η διαρκής πολεμική προετοιμασία, τα θερμά επεισόδια, ο υβριδικός πόλεμος και ο διακρατικός πόλεμος βρίσκονται σε μια συνέχεια, που οφείλεται στην καταστατική σύνδεση του καπιταλισμού και του μιλιταρισμού, του πολέμου, του εθνικισμού. Σύνδεση που μπορούν να επιβεβαιώσουν οι Ουκρανοί και οι Ουκρανές, που βιώνουν την πολεμική -και άνιση πάντα για τους/τις καταπιεσμένους/ες- αναμέτρηση από το 2014 έως σήμερα, όπως θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να το κάνουν οι Σύριοι και οι Σύριες, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δίπλα στις ελληνικές πόλεις μας, τα διαλυμένα Βαλκάνια που ακόμα τσακίζονται από τους εθνικισμούς και τις «ειρηνευτικές επεμβάσεις», οι πληθυσμοί από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, οι μαύροι και οι μαύρες στις ΗΠΑ, οι αποκλεισμένες/οι των γκέτο και τα μαύρα ή κίτρινα γιλέκα στη Γαλλία, οι εξαθλιωμένοι πληθυσμοί στη Γάζα ή οι πολίτες δεύτερης κατηγορίας στο Ισραήλ, οι αφρικανοί/ές μετανάστριες ή τα θύματα ενός υπερδεκαετούς πολέμου στη Λιβύη. Τυχαία, τα συντριπτικά περισσότερα από τα παραδείγματα που αναφέρουμε αφορούν όλα και θέατρα επιχειρήσεων της ελληνικής πολεμικής μηχανής. Τα υπόλοιπα, των στρατηγικών συμμάχων της.

Η σημερινή κατάσταση στην Ουκρανία, μια κατάσταση που έχει τους ιστορικούς της κόμβους στον ουκρανικό εμφύλιο και τη ρώσικη επέμβαση του 2014-15 και -ακόμα πιο πίσω- στην πορτοκαλί επανάσταση του 2004 κι ένα απέραντο δίκτυο ΜΚΟ που στήθηκε για τη «διαχείριση» της κατάστασης, συνιστά χαρακτηριστικό δείγμα ενός ιστορικού κύκλου ήττας, την οποία πρέπει να κατανοήσουμε για να προχωρήσουμε παρακάτω. Η σημερινή κατάσταση στην Ουκρανία μοιάζει με μια πιο «κανονική» εκδοχή της κατάστασης στη Συρία. Εκδοχή μιας αναμέτρησης, που δεν είναι εντελώς υβριδική σε ένα πεδίο μάχης «δι' αντιπροσώπων» εκτεινόμενο σε ένα ολόκληρο failed state, αλλά επαναφέρει το συμβολισμό χαρακτηριστικών του ψυχρού πολέμου. Και στις δύο, όμως, περιπτώσεις βλέπουμε την ιστορική αντιστροφή μεταξύ επαναστατικών δυνατοτήτων και αντεπαναστατικής κατάστασης. Έναν αιώνα πριν, τα απελευθερωτικά σχέδια επιχείρησαν να επιβάλουν μια κοινωνικά δίκαιη ειρήνη σύμφωνα με την λενινιστική αρχή της «μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο». Σήμερα, βλέπουμε τις εξεγέρσεις για κοινωνική δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα, όταν δεν ενσωματώνονται σε καταρρέουσες και χιλιο-ανακυκλωμένες κυβερνητικές εναλλαγές, να μετατρέπουν τους εμφυλίους που ξεσπούν πάνω στην ήττα τους σε ιμπεριαλιστικούς πολεμικούς ανταγωνισμούς, που εγγυώνται μια όλο και πιο αιματηρή pax capitalista.

Η συγκέντρωση δυνάμεων στην Ουκρανία και οι πολεμικές κραυγές που κατέληξαν στην πολεμική κλιμάκωση και την εισβολή στην Ουκρανία, χέρι-χέρι με τις επαναλαμβανόμενες «διπλωματικές πρωτοβουλίες» και τα οικονομικά και πολιτικά μέτρα, είναι μια ακόμα ένοπλη πολεμική διαπραγμάτευση μεταξύ πολλαπλών καπιταλιστικών μπλοκ που επιχειρούν να διασφαλίσουν ζωτικό χώρο, εμπλέκοντας και χρησιμοποιώντας εκατομμύρια ανθρώπους σε αυτήν. Δεν είναι απλώς η διεκδίκηση ή υπεράσπιση εδαφών, ακριβώς γιατί ο σημερινός «ζωτικός χώρος» είναι πολύ περισσότερο από εδάφη: είναι περιφέρειες ασφάλειας, μοντέλα καπιταλιστικής συσσώρευσης, πολιτισμικές προβολές, αγορές προς ανάπτυξη, γεωπολιτικές συμμαχίες και μπλοκ.

Είναι πραγματικότητα, προφανώς, η απόπειρα της «ΝΑΤΟϊκής περικύκλωσης» της Ρωσικής ομοσπονδίας. Η αναζήτηση των αιτιών, όμως, δεν μπορεί να βρίσκεται στις ηθικολογίες του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος περί «πολεμοχαρών γερακιών». Αφενός, αυτό δεν είναι ειδοποιό χαρακτηριστικό ενός μπλοκ· αποτελεί ταυτολογία για την λειτουργία της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και της κρατικής κυριαρχίας, ανατολικού ή δυτικού τύπου (και πάντως σίγουρα σκληρά καπιταλιστικού). Αφετέρου, αυτή η απόπειρα υπερεπέκτασης της στρατηγικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ (και της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας) είναι η αγωνιώδης απόπειρα του αμερικανικού και -με παλινωδίες- ευρωπαϊκού κεφαλαίου να αντισταθμίσει τον ασφυκτικό ενεργειακό εναγκαλισμό και το αχανές στρατηγικό βάθος της Ρωσίας.

Από την άλλη, η ρωσική στρατηγική απάντηση βρίσκεται στην απαίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας να αποκατασταθεί το στρατηγικό γεωπολιτικό status της παλιάς ρωσικής αυτοκρατορίας και της σοβιετικής εποχής. Ένοπλη-και-μη επιδίωξη για το ρωσικό κράτος και κεφάλαιο είναι μια εφ όλης της ύλης επαναδιαπραγμάτευση των ευρωπαϊκών ζητημάτων με άξονα το τρίγωνο Καύκασος-Βαλκάνια-Αρκτικός. Επιχειρώντας να βαθύνει τις σχέσεις της με την Κίνα, να παίξει έναν διευρυμένο -και όχι μόνο στρατιωτικό- ρόλο στην ανάπτυξη του «νέου δρόμου του μεταξιού» (Belt and Road Initiative) και των εναλλακτικών διαδρομών του, να αναβαθμίσει το ρόλο της στο Σύμφωνο της Σαγκάης, να ενταχθεί σε ένα αναδυόμενο διεθνές σύστημα συναλλαγών και χρηματοοικονομικών παραγώγων, η Ρωσία απαιτεί να διευρύνει τη δική της αυτοτελή περιφέρεια. Η Μαύρη Θάλασσα, οι πεδιάδες της Ουκρανίας, τα Βαλκάνια και η Ανατολική Ευρώπη, όπως και η Βαλτική και η θάλασσα του Μπάρεντς, είναι ζωτικά σημεία αυτού του σχεδίου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, εξάλλου, ότι για τις τρεις από τις τέσσερεις μεγάλες δυνάμεις που λαμβάνουν θέσεις μάχης γύρω από την ουκρανική κρίση (αν εξαιρέσουμε, δηλαδή, την ΕΕ), αυτή η αντιπαράθεση συνιστά κρίσιμη προετοιμασία και καταμέτρηση δυνατοτήτων για ένα πολύ ευρύτερο θέατρο σχεδόν βέβαιης αναμέτρησης: τον Ειρηνικό ωκεανό. Για όλους, δε, τους εμπλεκόμενους, υπάρχει ένα μελλοντικό τεράστιο πεδίο βίαιου ανταγωνισμού, στο οποίο επιχειρούν ήδη να λάβουν προνομιακές θέσεις: η Αφρική - και ειδικά η υποσαχάρια. Ελάχιστος χρόνος έχει περάσει από την επέμβαση του Συμφώνου για την Συλλογική Ασφάλεια (CSTO) στο Αλμάτι και στα «σημεία ενδιαφέροντος» της ενεργειακής παραγωγής του Καζακστάν, στα οποία οι αμερικάνικες BP και Chevron είναι οι κύριοι επενδυτές. Αυτές τις μέρες, το ρωσικό κράτος καταστέλλει, τσακίζει και φυλακίζει τους αγωνιστές των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων που συμβαίνουν στο έδαφός του. Έχει απαγορέψει τις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις στο έδαφος μιας (παρατεινόμενης) έκτακτης ανάγκης και η συμμετοχή σε αυτές διώκεται για "εσχάτη προδοσία".

Παρακολουθώντας, από την άλλη, τη μετατροπή των περιοχών της Ουκρανίας σε πεδίο αναμέτρησης γεωπολιτικών δυνάμεων πάνω στα προσωρινά ηττημένα σώματα των λαών της Ουκρανίας, πρέπει να αναρωτηθούμε αν ένας τέτοιος δρόμος για το αντιπολεμικό κίνημα μπορεί να ανοίξει ξανά τον κύκλο των επαναστατικών συγκρούσεων με τον πιο εξελιγμένο, αδυσώπητο και φαινομενικά τρομακτικό εχθρό: το στρατιωτικό σύμπλεγμα του ύστερου καπιταλισμού. Κι αν αυτό είναι ένα αδυσώπητο ερώτημα, μεταμφιεσμένο σε αδιέξοδο αυτή τη στιγμή, για τους λαούς της Ουκρανίας, είναι ένα εξίσου πραγματικό ερώτημα για όλους και όλες τις υπόλοιπες.

Δεν τίθεται καν, για εμάς, το ερώτημα αν το ελληνικό κράτος συμμετέχει -και με ποιον τρόπο ακριβώς- στις πολεμικές προετοιμασίες και τις ένοπλες διαπραγματεύσεις στο μέτωπο της Ουκρανίας. Δεν είναι απλώς η αποστολή στην κυβέρνηση της ουκρανίας με δύο C-130 μέσω Πολωνίας πολεμικού υλικού, που περιλαμβάνει «Καλάσνικοφ», αντιαρματικούς εκτοξευτές και πυρομαχικά. Δεν είναι απλώς η βαθιά στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ, σε επίπεδο βάσεων. Κι αν πιστεύει κανείς ή καμία ότι αυτή βαθιά συνεργασία συνίσταται σε μια απλή «παραχώρηση» κάποιων εδαφών (μιας κάποιας «εθνικής κυριαρχίας», δηλαδή) και στην ετοιμασία φρέντο εσπρέσσο σε αμερικάνους πεζοναύτες ή πιλότους, μάλλον βρίσκεται μακριά από την πραγματικότητα. Το ΚΕΝΑΠ, στη βάση της Σούδας, είναι το ανώτερο κέντρο εκπαίδευσης επιχειρήσεων ασύμμετρης αποτροπής, θαλάσσιου ελέγχου και επιχειρήσεων άρνησης ζωνών πρόσβασης, ειδικών λιμενικών επιχειρήσεων και μεταναστευτικών ελέγχων, σε όλο τον πλανήτη. Η βάση της Αλεξανδρούπολης εξελίσσεται σε κέντρο διαμεταφορών δυνάμεων ταχείας αντίδρασης, είτε νατοϊκών είτε ευρωπαϊκών δυνάμεων, μαζί με την τεράστια συσσωρευμένη εμπειρία του NDC-GR, του παλιού «Γ' Σώματος Στρατού», μοναδική τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κι αν η αποστολή όπλων, αξιωματικών και πυραύλων στη Σαουδική Αραβία, για τον πόλεμο ενάντια στους αντάρτες της Υεμένης, αν η διεξαγωγή ολοκληρωμένων επιχειρήσεων υποστήριξης στο αμερικάνικο πολεμικό ναυτικό για τα πυραυλικά χτυπήματα στην Συρία και στο Ιράκ, αν η ανάληψη της προστασίας του εναέριου χώρου των 2/3 των Βαλκανίων στα πλαίσια το ΝΑΤΟ και της ΕΠΑΑ από την ελληνική πολεμική αεροπορία, η ετοιμασία για διεξαγωγή κανονικού πολέμου από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις μαζί με τον γαλλικό στρατό στο Μάλι και στη ζώνη του Σαχέλ, μαζί με αναρίθμητα ακόμα παραδείγματα, δεν αρκούν για να πείσουν για τη συμμετοχή του ελληνικού κράτους στους διαρκώς διεξαγόμενους πολέμους, υπάρχει και ένας άλλος πόλεμος ο οποίος διεξάγεται κυριολεκτικά δίπλα στα σπίτια μας.

Το ελληνικό κράτος διεξάγει έναν κανονικότατο υβριδικό πόλεμο ενάντια στους μετανάστες και τις μετανάστριες, που βρέθηκαν στα διασταυρούμενα πυρά της αιματηρής και προσοδοφόρας συμφωνίας Ελλάδας-Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης για «διαχείριση του μεταναστευτικού». Είναι ο ίδιος πόλεμος κατά των μεταναστών που το ελληνικό κράτος διεξάγει στα σύνορα και στο εσωτερικό της επικράτειάς του με ασύλληπτη βαρβαρότητα εδώ και 6 τουλάχιστον χρόνια.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ελληνικό κράτος είναι σε πόλεμο εδώ και τουλάχιστον μια εικοσαετία, από τα εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας ως το Αφγανιστάν και το Ιράκ, σε περίπου 20 αποστολές εκτός συνόρων στον μισό σχεδόν πλανήτη. Σήμερα ετοιμάζεται να αναβαθμίσει την συμμετοχή του σε αυτή τη γενικευμένη στρατηγική της αντιεξέγερσης με όλο και μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων του δυνάμεων, με όλο και πιο πραγματική εμπλοκή σε θερμά επεισόδια.

Δεν διαλέγουμε πλευρά στον διακρατικό ανταγωνισμό, δεν πολεμάμε για τα συμφέροντα καμίας δικής τους πατρίδας.

Διαλέξαμε πλευρά:

Την πλευρά των καταπιεσμένων και των αποκλεισμένων, τους προσωρινά ηττημένους στον ταξικό ανταγωνισμό, την κοινωνική πλειοψηφία που πληρώνει στο σώμα της κάθε πολεμική προετοιμασία και κάθε θερμό επεισόδιο.

Μπλοκάρισμα της πολεμικής μηχανής του ελληνικού κράτους

Κοινοί αντιπολεμικοί-διεθνιστικοί αγώνες ντόπιων μεταναστ(ρι)ών

Κοινοί αντιπολεμικοί-διεθνιστικοί αγώνες μέσα κι έξω από το στρατό

διεθνιστική κίνηση antiwar