τι; : πορεία θεματική : από :

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026 στις 18.00

Αντικρατική αντικαπιταλιστική πορεία της ΔΕΘ

Κάλεσμα στην αντικρατική αντικαπιταλιστική πορεία της ΔΕΘ, Σάββατο 5/9, Καμαρα, στις 18:00
Συμμετέχουμε στο μπλοκ της ανοιχτής συνέλευσης αλληλεγγύης στα 3 προφυλακισμενα συντροφια

Σε μία περίοδο που το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης αποτυπώνεται σε κάθε πτυχή των ζωών μας, η φιέστα της ΔΕΘ, που οργανώνεται κάθε χρόνο στη Θεσσαλονίκη, έρχεται να μας υπενθυμίσει ξανά το ίδιο πράγμα. Ο διαρκής ταξικός πόλεμος στον οποίο βρισκόμαστε οξύνεται και γιορτάζεται μέσα από την εξαγγελία νέων μέτρων από την εκάστοτε κυβέρνηση και, φέτος -ενόψει των εκλογών-, μέσα από τη διεξαγωγή ενός προεκλογικού σόου από τα συμμετέχοντα κόμματα. Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική προλεταριακή αντεπίθεση και στην προσδοκία ότι η κάλπη είναι το μόνο που αρκεί ενάντια στις καταπιέσεις που μας βάλλουν είναι τόσο μεγάλη, που φαίνεται μέσα από τις διαρκείς κατασταλτικές προσπάθειες του κράτους απέναντι σε οποιαδήποτε ουσιαστική συλλογική δράση στους χώρους εργασίας, στον δρόμο, στις γειτονιές.

Η ΔΕΘ ως θέαμα

Η πορεία της ΔΕΘ αποτελεί διαχρονικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μία θεαματική έκθεση ιδεών. Κάθε χρόνο ο κόσμος των κινημάτων καλεί στη συγκεκριμένη πορεία και, ανεξαρτήτως ειλικρινούς ή μη πολιτικής πρόθεσης, καταλήγει συχνά να κάνει μια περιφορά του επιταφείου των απολεσθέντων κοινωνικών κεκτημένων της χρονιάς, υπό την ασφυκτική επίβλεψη αμέτρητων μπάτσων. Από την πλευρά του κράτους στήνεται ένα show στα πρότυπα των μεγάλων expo του εξωτερικού, μία επίδειξη οικονομικής, πολιτικής και κατασταλτικής ισχύος. Απέναντι σε αυτό, η πορεία έχει νόημα μόνο στον βαθμό που παύει να αποτελεί μία ακόμη θεαματική καταγραφή της ήττας μας και γίνεται πεδίο συνάντησης και σύνδεσης των κοινωνικών και ταξικών αγώνων. Δεν έχουμε ανάγκη από ένα εναλλακτικό πλάνο διακυβέρνησης, αλλά από την ανάδειξη εκείνων των προταγμάτων που διαρρηγνύουν τη μιζέρια και την πολιτική της διαπραγμάτευσης με το κράτος. Αποφεύγοντας την παγίδα του να απαντάμε σε ερωτήματα τα οποία θέτουν οι εξουσιαστές μας σαν να ήμασταν ισότιμοι συνομιλητές, θέλουμε να αναδείξουμε ότι διαπραγμάτευση μεταξύ κυρίαρχων και καταπιεσμένων δεν υφίσταται. Η άρνηση αυτής της σχέσης και των πυλώνων που τη διαιωνίζουν είναι το επίδικο. Μόνο με τη σύνδεση των επιμέρους κοινωνικών αγώνων των κολασμένων προς μία εξεγερσιακή προοπτική μπορούμε να κάνουμε το πέρασμα από την άμυνα στην επίθεση.

Διανύσαμε μία (ακόμα) χρονιά περαιτέρω εξαθλίωσης για την κοινωνική βάση Πολεμική προετοιμασία και καπιταλιστική κερδοφορία.

Ένα πρώτο κομμάτι, στο οποίο θα θέλαμε να σταθούμε, είναι η πολεμική προετοιμασία των κρατών γενικά, και δη του ελληνικού, αλλά και η ενεργή συμμετοχή του σε ενεργά μέτωπα και γενοκτονίες. Το ελληνικό κράτος, λοιπόν, έχει μπει σκόπιμα σε μια περίοδο όπου σπαταλάει μεγάλο μέρος του οικονομικού του προϋπολογισμού σε πολεμικά προγράμματα, τα οποία παρουσιάζει, μάλιστα, ως αναγκαία για τη διασφάλιση της εθνικής άμυνας και των συμφερόντων του. Τους προηγούμενους μήνες, για παράδειγμα, μάθαμε για το πρόγραμμα ReArm Europe, ένα συνολικό στρατηγικό σχέδιο των χωρών της ΕΕ, η αρχική εκτίμηση για τον προϋπολογισμό του οποίου αγγίζει τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ. Λίγες μέρες πριν, υπογράφηκε η συμφωνία «Ασπίδα του Αχιλλέα» μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ για την ανάπτυξη του αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και αντί-drone Θόλου.
Όλα αυτά εξυπηρετούν διπλό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας. Αφενός, τα κράτη επιλέγουν αυτόν τον τομέα παραγωγής, ώστε να διοχετεύσουν τεράστια ποσά εκεί, αφού η πολεμική βιομηχανία αποτελεί ένα τεράστιο πεδίο κερδοφορίας για το ίδιο το κεφάλαιο. Συνεπώς, με όρους καπιταλιστικούς και μεγέθυνσης των κερδών της αστικής τάξης, η πολεμική βιομηχανία είναι ένα «λουκούμι» στα χέρια της κυριαρχίας, που τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, παρουσιάζει ραγδαία ανάπτυξη. Αφετέρου, το κλίμα που καλλιεργείται πάνω σε όλα αυτά από τα κράτη συμβάλλει πάρα πολύ στην καλλιέργεια ενός εθνικού αφηγήματος και στην ανύψωση του εθνικού φρονήματος στο κοινωνικό στρώμαπου τελικά είναι το μόνο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο όλα αυτά τα πλάνα της αστικής τάξης: το σύγχρονο
προλεταριάτο.

Οι κρίσεις ως όψεις της ίδιας σχέσης

Η πολεμική προετοιμασία, ωστόσο, δεν εμφανίζεται αποκομμένη από τις υπόλοιπες πλευρές της κοινωνικής
πραγματικότητας. Η τελευταία περίοδος έχει παρουσιαστεί ως μία διαδοχή διαφορετικών «κρίσεων»:
οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή, επισιτιστική, στεγαστική, κλιματική, πολεμική. Παρότι καθεμία έχει
τη δική της υλικότητα και τις δικές της ιδιαίτερες συνέπειες, δεν μπορούμε να τις αντιλαμβανόμαστε ως
εντελώς ανεξάρτητα γεγονότα. Αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας κοινωνικής σχέσης, της σχέσης
κεφαλαίου-εργασίας και του τρόπου με τον οποίο αυτή αναπαράγεται μέσα από την κρίση. Η κάθε
επιμέρους κρίση γίνεται ταυτόχρονα αφορμή για νέα αναδιάρθρωση, νέα πεδία συσσώρευσης και νέα
μέτρα πειθάρχησης της κοινωνικής βάσης. Η υπόσχεση της «επιστροφής στην κανονικότητα» επανέρχεται
κάθε φορά, μόνο και μόνο για να αντικατασταθεί από την επόμενη κρίση.

Πόλεμος, σύνορα και κρατική πειθάρχηση

Στο ελληνικό κράτος, η κουβέντα που πυροδοτείται στον δημόσιο διάλογο με αφορμή τα παραπάνω αφορά
τη διασφάλιση της εθνικής άμυνας και την ακεραιότητα των συνόρων του, ενάντια σε έναν υποτιθέμενο
κίνδυνο από την Τουρκία ή άλλες γειτονικές χώρες. Το αφήγημα αυτό εύκολα καταρρέει, αν κανείς ρίξει μια
ματιά στα ενεργά μέτωπα στα οποία το ελληνικό κράτος συμμετέχει ήδη κανονικά και παίζει, μάλιστα, και
σημαίνοντα ρόλο. Αποτελεί τον νούμερο ένα ευρωπαϊκό σύμμαχο του κράτους του Ισραήλ στη γενοκτονία
των Παλαιστινίων, συμμετέχοντας σε φρικαλεότητες και βάζοντας την υπογραφή του σε δολοφονίες,
βομβαρδισμούς και εκτοπισμούς χιλιάδων ανθρώπων. Αντίστοιχα, μέσω της στρατιωτικής συμμαχίας του
ΝΑΤΟ, συμμετέχει σταθερά και σημαντικά στον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, εφοδιάζοντας με
όπλα και εξοπλισμό το ουκρανικό κράτος. Επιπλέον, έχει πολύ σημαντική παρουσία και σε άλλα ενεργά
μέτωπα στην ευρύτερη περιοχή της, όπως, για παράδειγμα, η συμβολή του σε επιχειρήσεις κατά των Χούθι
στην Υεμένη, μέσω της ευρωπαϊκής επιχείρησης ASPIDES και των ελληνικών Patriot.
Η στάση του ελληνικού κράτους στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα δεν μας εκπλήσσει, εφόσον ο
πόλεμος δεν αποτελεί καθεστώς εξαίρεσης, αλλά βασικό στοιχείο για την καπιταλιστική αναπαραγωγή,
μέσω της δημιουργίας νέων πεδίων κερδοφορίας. Για τη διεξαγωγή των πολέμων και την περαιτέρω
ενίσχυση της πολεμικής βιομηχανίας, όμως, είναι απαραίτητη η επιβολή σιγής νεκροταφείου στο εσωτερικό
των κρατών, με σκοπό την πειθάρχηση της κοινωνικής βάσης και τη σύνταξή της με τις κρατικές-
καπιταλιστικές βλέψεις. Η πειθάρχηση έχει προεκτάσεις σε όλα τα κομμάτια της ζωής μας. Από την
τρομοκρατία στους χώρους εργασίας και την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, έως την
καταστολή των πορειών, των πολιτικών δράσεων, την αυστηροποίηση των ποινικών μέτρων και την
επιτήρηση και πειθάρχηση της κοινωνικής μας ζωής.

Το κράτος έχει συνέχεια

Δεν πρόκειται, λοιπόν, απλώς για μία κυβέρνηση που επιλέγει μία συγκεκριμένη πολιτική και ένα
συγκεκριμένο κόμμα που την εφαρμόζει. Το κράτος έχει συνέχεια. Αλλάζει το πολιτικό προσωπικό, αλλά οι
βασικές λειτουργίες του, οι μηχανισμοί του και οι ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής παραμένουν.
Γι' αυτό και η προσωποποίηση του κράτους στο εκάστοτε κυβερνητικό πρόσωπο ή κόμμα συσκοτίζει
περισσότερο απ' όσο εξηγεί τη συνθήκη που βιώνουμε. Η εκάστοτε κυβέρνηση διαχειρίζεται, τροποποιεί και
επιταχύνει πλευρές αυτής της διαδικασίας, αλλά δεν την παράγει από το μηδέν. Η κοινωνική μας απάντηση,
συνεπώς, δεν μπορεί να εξαντλείται στην αλλαγή του διαχειριστή, αλλά πρέπει να στρέφεται απέναντι στις
ίδιες τις σχέσεις που παράγουν την εκμετάλλευση, την καταπίεση και την πειθάρχηση. Μέσω τουσυστήματος διακυβέρνησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η εξουσία δημιουργεί και διαιωνίζει το
ψευδεπίγραφο της ελεύθερης επιλογής και βούλησης για το ποιον θα ορίσουμε διαχειριστή της ζωής μας.
Πολλές φορές, αυτό το ψευδεπίγραφο μετατρέπεται μάλιστα σε ψευτοδίλημμα ανάμεσα στο «μεγαλύτερο
ή μικρότερο κακό» και οι εκλογές αποτελούν τελικά ένα παζάρι του ποιος υπόσχεται περισσότερα, ποιος
έχει καλύτερους επικοινωνιακούς παίκτες στο παιχνίδι, ποιος κάνει περισσότερα ρουσφέτια. Είναι λοιπόν
ολοφάνερο ότι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο ότι κανένας εξουσιαστής δεν ενδιαφέρεται να βελτιώσει τη
ζωή των από τα κάτω, παρά μόνο την δική του, να πετύχει μια θέση στη βουλευτική ή υπουργική καρέκλα, να
ικανοποιήσει τα συμφέροντα των αφεντικών και πάει λέγοντας. Ενάντια στη λογική της ανάθεσης, ενάντια
στη λογική του ατομισμού που αναρωτιέται «ποιος θα μου προσφέρει περισσότερα», επιδιώκουμε και
παλεύουμε για την συλλογική αυτοθέσμιση και αυτοδιαχείρηση των ζωών μας βασισμένες στις αξίες της
ισότητας, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης.

Η καταστολή ως μήνυμα

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης αντιεξεγερτικής διαχείρισης αποτελούν οι πρόσφατες διώξεις
συντρόφων στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Με αφορμή την υπόθεση της Θεσσαλονίκης στη 01/07 και την
επίθεση στη τράπεζα της Marfin τον Μάϊο 2010, το κράτος μέσω της γνωστής «αντι»τρομοκρατικής
υπηρεσίας προχώρησε σε 6 συλλήψεις συντροφιών (3 για την κάθε υπόθεση), ενώ η δικαστική εξουσία
ακολουθώντας σαφώς την αστυνομική γραμμή αποφάσισε την προφυλάκιση για όλους. Παράλληλα, τα
ΜΜΕ ανέλαβαν για ακόμη μία φορά να κατασκευάσουν το κατάλληλο αφήγημα, αναπαράγοντας ψευδείς
πληροφορίες και παρουσιάζοντας τους διωκόμενους ως «τρομοκράτες» και επικίνδυνα υποκείμενα, ενώ
μέσω των ίδιων, όσων και των κυβερνητικών εκπροσώπων και διαφόρων πολιτικών προσώπων επιχειρείται
η στυγνή εργαλειοποίηση των γεγονότων με σκοπό τη συνολική επίθεση στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό
χώρο και τους κοινωνικούς αγώνες συνολικά. Δεν πρόκειται για μεμονωμένη πρακτική, αλλά για μέρος μιας
ευρύτερης στρατηγικής ποινικοποίησης της ριζοσπαστικής δράσης και πειθάρχησης του κοινωνικού
σώματος. Αυτό επιτυγχάνεται με διάφορους τρόπους και σε όλα τα πεδία στα οποία διαχρονικά
ξετρυπώνουν αντιστάσεις. Μέσω των αλλεπάλληλων αυστηροποιήσεων του ποινικού και σωφρονιστικού
κώδικα, την εντεινόμενη καταστολή στις πορείες, τα ιδιώνυμα στα πανεπιστήμια και την προσπάθεια
ερημοποίησης τους από τους αγώνες, τις εκτεταμένες εκκενώσεις καταλήψεων τα τελευταία χρόνια ,αλλά
και την επιβολή μεγάλων ποινών σε κάποιες περιπτώσεις (πχ. Κουκάκι Αθήνα και Χημικό ΑΠΘ), την
ποινικοποίηση της απεργίας και του συνδικαλισμού ευρύτερα, την αστυνομική κατοχή σε κάθε γειτονιά
(ιδιαίτερα σε ιστορικά σημεία όπως τα Εξάρχεια) την υποτιθέμενη ανάδειξη «της παραβατικότητας» των
ανηλίκων ως μέσο μόχλευσης φόβου και τρομολαγνείας, το δόγμα νόμος και τάξη κυριαρχεί προσπαθώντας
να καθιερώσει την προληπτική αντιεξέγερση σε μια κοινωνία που βράζει από τη φτώχεια και την αδικία. Η
καταστολή, η μιντιακή προπαγάνδα και η δικαστική διαχείριση λειτουργούν συμπληρωματικά,
επιχειρώντας να απονομιμοποιήσουν τους αγώνες και να αποκόψουν τη σημερινή αντίσταση από την
ιστορική συνέχεια της ταξικής και εξεγερσιακής πάλης.
Τους τελευταίους μήνες μόνο, το κράτος απείλησε να εκκενώσει την κοινότητα των κατειλημμένων
Προσφυγικών, βάζοντας σε κίνδυνο τις ζωές των απεργών πείνας Αρίστου και Suzon, δολοφόνησε εν ψυχρώ
τον 20χρονο Θοδωρή Ζαβριαδινό στο Άργος, σημείωσε δεκάδες εργατικές δολοφονίες, ανάμεσά τους τις
εργάτριες στη Βιολάντα, καθώς και χιλιάδες δολοφονίες μεταναστών/τριών στα σύνορα, στη θάλασσα, στα
κέντρα κράτησης, στα εργασιακά κάτεργα. Το κράτος και το κεφάλαιο μετράνε τις ζωές μας σε καμπύλες
παραγωγικότητας, προετοιμάζοντάς μας ταυτόχρονα να δώσουμε τις ζωές μας σε πολέμους για τα
συμφέροντά τους. Όσο η εργατική τάξη έρχεται αντιμέτωπη με περαιτέρω φτωχοποίηση, εργασιακή
επισφάλεια, ακρίβεια, εξώσεις και πλειστηριασμούς, τόσο οι κρατικοί μηχανισμοί αναπαράγουν τοαφήγημα της εθνικής ενότητας, φροντίζοντας για τη θωράκιση του κράτους απέναντι σε έναν φαντασιακό
εξωτερικό και εσωτερικό εχθρό.

Η επιλεκτική αποτελεσματικότητα του κράτους

Το κράτος, βέβαια, δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός που «αποτυγχάνει» όταν δεν προστατεύει τη ζωή μας.
Είναι επιλεκτικά αποτελεσματικό. Είναι εξαιρετικά ικανό να κινητοποιεί μηχανισμούς όταν πρόκειται να
καταστείλει μία απεργία, να εκκενώσει μία κατάληψη, να επιτηρήσει τα σύνορα, να εξοπλίσει την
αστυνομία και τον στρατό, να προστατεύσει τις επενδύσεις και να ανοίξει νέα πεδία κερδοφορίας. Η
επίκληση της «ετοιμότητας» του κρατικού μηχανισμού αποκτά έτσι ένα διαφορετικό περιεχόμενο: το
κράτος είναι έτοιμο, ακριβώς για όσα χρειάζεται η δική του αναπαραγωγή. Εκεί που η κοινωνική βάση
χρειάζεται προστασία, περίθαλψη, στέγαση, ασφάλεια στους χώρους εργασίας και πρόσβαση σε κοινωνικά
αγαθά, η κρατική ετοιμότητα παρουσιάζει ασυνέχειες, καθυστερήσεις και «αντικειμενικές δυσκολίες». Εκεί
όμως που διακυβεύονται η τάξη, η ιδιοκτησία, τα σύνορα και η καπιταλιστική κερδοφορία, οι μηχανισμοί
του κράτους εμφανίζονται πλήρως εξοπλισμένοι.

Μετανάστευση και κρατικός ρατσισμός

Έτσι, οι μετανάστες/ριες τοποθετούνται στη θέση του εσωτερικού εχθρού, ενώ στην πραγματικότητα
αποτελούν το πιο εξαθλιωμένο κομμάτι του προλεταριάτου, ως το πιο φθηνό, ευέλικτο εργατικό δυναμικό,
που ζει σε καθεστώς αορατότητας υπό τον φόβο απέλασης, ρατσιστικών επιθέσεων και δολοφονιών. Ο
ρατσισμός εδώ δεν αποτελεί απλώς ένα σύνολο κοινωνικών προκαταλήψεων που υπάρχουν ανεξάρτητα
από το κράτος. Αποτελεί υλική και πολιτική σχέση, οργανωμένη και αναπαραγόμενη από το ίδιο το κράτος,
η οποία καθορίζει ποιο κομμάτι του πολυεθνικού προλεταριάτου θα τοποθετηθεί στον ταξικό πάτο και ποια
αφεντικά θα αντλήσουν κέρδος από αυτή την υποτίμηση. Η παρανομοποίηση, η συνοριακή βία, τα
στρατόπεδα συγκέντρωσης, η εργασιακή εκμετάλλευση και η κοινωνική αορατότητα δεν είναι διαφορετικά
και ασύνδετα φαινόμενα. Αποτελούν πλευρές της ίδιας διαδικασίας.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η εθνική ενότητα αποκτά υλικό περιεχόμενο. Η κοινωνική βάση καλείται να
ταυτιστεί με το κράτος απέναντι στον «ξένο», την ίδια στιγμή που ντόπιοι και μετανάστες/ριες βρίσκονται
στην ίδια σχέση εκμετάλλευσης απέναντι στο κεφάλαιο. Η υποτίμηση της εργασίας των μεταναστών/ριών
λειτουργεί ταυτόχρονα ως εργαλείο υποτίμησης της εργασίας συνολικά. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η διεκδίκηση καλύτερων μισθών δεν αναιρεί το γεγονός ότι η εργασία δεν έχει αυταξία, αλλά είναι η παραγωγική σχέση μεταξύ ανθρώπου και κεφαλαίου. Η ύπαρξη ενός ακόμη πιο φθηνού
και αναλώσιμου εργατικού δυναμικού, δεν ρίχνει τα μεροκάματα των ντόπιων, όπως βροντοφωνάζουν οι
φασίστες ως πιστοί συνεργάτες των αφεντικών, αλλά τα μεροκάματα πέφτουν ούτως ή άλλως για όλους,
λόγω της φύσης της λειτουργίας του κεφαλαίου, του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος στο οποίο οι από
πάνω κερδοφορούν όλο και περισσότερο στις πλάτες μας, όσο εμείς εξαθλιωνόμαστε. Αυτή λοιπόν η
καλλιέργεια του ρατσιστικού διαχωρισμού εμποδίζει την ταξική συνάντηση εκεί ακριβώς όπου αυτή θα
μπορούσε να γίνει επικίνδυνη για τα αφεντικά, είναι πλήρως συνυφασμένη με τις επιδιώξεις κράτους
κεφαλαίου και φασισμού.

Η Σιντική ως εικόνα της κρατικής διαχείρισης

Το παράδειγμα του καμπ στη Σιντική Σερρών είναι ένα από τα χειρότερα κέντρα κράτησης μεταναστ(ρι)ών
στην Ελλάδα, με συνθήκες που ξεπερνάνε τα όρια της φαντασίας. Από την έλλειψη τροφής και γευμάτων,
την ολοκληρωτική απαγόρευση εξόδου, τη διαρκή αστυνόμευση, τη μηδενική επικοινωνία με τον «έξω
κόσμο», έως την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ρουχισμού, τους ξυλοδαρμούς και
βασανισμούς από τους φύλακες σε δωμάτια απομόνωσης και την εξαφάνιση κρατούμενων. Από τον Μάιο
του 2026, οι μετανάστες έχουν επιχειρήσει πολλάκις να αντισταθούν στην απανθρωποποίησή τους, μεαπόπειρες απόδρασης και σύγκρουσης με τις αστυνομικές δυνάμεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δίωξη
πολλών από τους κρατούμενους, με ποινές φυλάκισης έως και 3 έτη.
Η κρατική διαχείριση της μετανάστευσης, επομένως, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη συνολικότερη
πολεμική και κατασταλτική λειτουργία του κράτους. Τα σύνορα αποτελούν ταυτόχρονα στρατιωτικές ζώνες,
χώρους εργασιακής και κοινωνικής εκμετάλλευσης και πεδία άσκησης κρατικής βίας. Ο «εσωτερικός
εχθρός» και ο «εξωτερικός εχθρός» αλληλοσυμπληρώνονται: ο ένας βρίσκεται στα σύνορα και ο άλλος στο
εσωτερικό, και η ύπαρξή τους επιτρέπει στο κράτος να παρουσιάζεται ως ο απαραίτητος προστάτης μιας
υποτιθέμενης εθνικής κοινότητας.

Η έμφυλη διάσταση της κατασκευής του «άλλου»

Η κατασκευή των μεταναστών/ριών ως εισβολείς και εγκληματίες που αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνική
ειρήνη είναι συνήθης πρακτική των εθνών- κρατών για την κατασκευή του "άλλου" και την ενίσχυση της
εθνικής ενότητας. Πέρα από το παράδειγμα των μεταναστών της Σιντικής, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ως
επικίνδυνοι κρατούμενοι από τα ελληνικά ΜΜΕ, γινόμαστε συχνά μάρτυρες μιας προσπάθειας
εγκληματοποίησης τους, κατηγορώντας τους για περιστατικά έμφυλης βίας. Το ίδιο το κράτος και οι
μηχανισμοί του, που αναπαράγουν τις κοινωνικές πατριαρχικές δομές, εργαλειοποιούν τους φεμινιστικούς
αγώνες με σκοπό την νομιμοποίηση των αντιμεταναστευτικών πολιτικών που επιλέγονται, έχοντας όμως
ένα φιλελεύθερο πρόσωπο. Την στιγμή που τα ΜΜΕ πλάθουν τον μύθο του <<μετανάστη-βιαστή>>, τα
περιστατικά έμφυλης βίας και γυναικοκτονιών από Έλληνες αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα. Έτσι η
πατριαρχία, παρά το γεγονός ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο των σύγχρονων κοινωνιών, παρουσιάζεται ως
ένα χαρακτηριστικό των ξένων και τα δυτικά κράτη ως ο "θεματοφύλακας" των γυναικείων δικαιωμάτων. Η
έμφυλη βία όμως, δεν αποτελεί χαρακτηριστικό κάποιας εθνικότητας, αλλά έκφραση των πατριαρχικών
κοινωνικών σχέσεων. Ο βιασμός στο Α.Τ. Ομόνοιας, η συγκάλυψη των βιαστών της 12χρονης στον Κολωνό ,
τα κυκλώματα trafficking μέσα στα οποίο εμπλέκεται το ελληνικό κράτος-μαφία, οι παρενοχλήσεις στους
χώρους δουλειάς, στο σχολείο, στα μέσα μεταφοράς, οι τρανσφοβικές επιθέσεις, είναι όψεις της έμφυλης
καταπίεσης, ενάντια στις οποίες θα στραφούμε μόνο μέσα από αντιπατριαρχικούς, αντικαπιταλιστικούς και
αντικρατικούς αγώνες, η μία δίπλα στην άλλη.

Εκφασισμός της κοινωνίας, antiwoke κουλτούρα και ακροδεξιά

Σε αυτή τη συνθήκη, η ακροδεξιά και ο φασισμός δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως κάτι απολύτως
εξωτερικό προς τη δημοκρατική κανονικότητα. Ο φασισμός υπήρχε πριν από συγκεκριμένα κόμματα και
οργανώσεις, όπως αυτές του Βελόπουλου, του Κασιδιάρη και των λοιπών σκουπιδιών, και θα συνεχίσει να
υπάρχει μετά από αυτά. Η άνοδος της ακροδεξιάς δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μιας ξαφνικής
«συντηρητικοποίησης» της κοινωνίας, αλλά συνδέεται με την ίδια τη διαδικασία μέσα από την οποία το
κράτος παράγει και νομιμοποιεί τον ρατσισμό, την εθνική ενότητα, την πειθάρχηση και τον κοινωνικό
κανιβαλισμό. Ταυτόχρονα, αυτός ο εκφασισμός της κοινωνίας δεν εκφράζεται μόνο μέσα από
οργανωμένους φασιστικούς σχηματισμούς, αλλά διαχέεται στην καθημερινότητα: από τις τρανσφοβικές
επιθέσεις και την κανονικοποίηση της βίας απέναντι στα κουίρ άτομα, μέχρι την απάθεια απέναντι στις
απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στη Σιντική, την αντιμετώπιση των γεγονότων στη Θέουτα ως «εισβολής
μεταναστών» στην Ευρώπη φρούριο και την απαίτηση για ακόμη σκληρότερες τιμωρίες. Εκφράζεται επίσης
μέσα από την ολοένα και πιο δημοφιλή, ιδιαίτερα σε κομμάτια της νεολαίας, «αντι-woke» κουλτούρα, η
οποία εμφανίζεται ως αντισυστημική αντίδραση απέναντι στους τεχνοκράτες κυβερνόντες που δήθεν
επιτίθενται στα ήθη, τα έθιμα, την παράδοση, τους στερεοτυπικούς ρόλους των βιολογικών φύλων και ενγένει στη παλαιότερη "κανονικότητα". Στην πραγματικότητα, οι δύο υποτιθέμενα αντιμαχόμενες πλευρές αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος: πρόκειται για τάσεις που στηρίζονται, ενίοτε, από διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου και, παρά τη μεταξύ τους σύγκρουση, υπηρετούν την καπιταλιστική αναπαραγωγή χωρίς να αμφισβητούν ούτε στο ελάχιστο την εξουσία των κυρίαρχων. Όσο η κρατική πολιτική μετατοπίζει συστηματικά τις ευθύνες για την κοινωνική εξαθλίωση στους μετανάστες/ριες, στους Ρομά, στους αποκλεισμένους και στους «περιττούς» πληθυσμούς, τόσο δημιουργεί το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν ακροδεξιά και φασιστικά αφηγήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κράτος και φασισμός ταυτίζονται ή ότι οι οργανωμένοι φασίστες δεν αποτελούν αυτόνομο κοινωνικό και πολιτικό κίνδυνο. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να βλέπουμε τη σχέση τους μέσα στο ίδιο πεδίο εξουσίας: ο κρατικός ρατσισμός μπορεί να κάνει καθημερινά και σε μαζική κλίμακα αυτό που οι φασιστικές ομάδες επιχειρούν να κάνουν στον δρόμο, ενώ οι τελευταίες μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινωνική και παρακρατική εφεδρεία εκεί όπου η επίσημη κρατική βία χρειάζεται συμπλήρωμα. Η αντιφασιστική και ταξική αντίσταση, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται στην αντιμετώπιση κάποιων οργανώσεων ή προσώπων, αλλά οφείλει να συγκρούεται με τις κοινωνικές σχέσεις και τα κρατικά αφηγήματα που τους δίνουν χώρο να αναπαράγονται.

Από την άμυνα στην επίθεση

Δεν είναι λοιπόν ζήτημα να λειάνουμε τις αιχμές μας ή να αναζητήσουμε έναν καλύτερο διαχειριστή της ίδιας συνθήκης. Απέναντι στην επιβολή ενός αέναου και αποσπασματικού παρόντος, που μας επιβάλλει ο λόγος της κρατικής εξουσίας και μας κρατά συγχυσμένους και φοβισμένες, προβάλλουμε την ανάγκη για συστηματικότερη κατανόηση τόσο των περασμένων κύκλων αγώνων όσο και των νέων που γεννιούνται. Η πραγματική απάντηση βρίσκεται στη σύνδεση των επιμέρους αντιστάσεων, στη συλλογικοποίηση των αναγκών και στην άρνηση της σχέσης που θέλει το κράτος και το κεφάλαιο να καθορίζουν τους όρους της ζωής μας.
Γιατί οι κρίσεις μπορεί να εμφανίζονται κάθε φορά με διαφορετικό όνομα, οι κυβερνήσεις μπορεί να εναλλάσσονται, οι εχθροί μπορεί να αλλάζουν πρόσωπο και τα κρατικά αφηγήματα να προσαρμόζονται στις ανάγκες της συγκυρίας. Αυτό που παραμένει είναι η ίδια κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης και η ανάγκη της κυριαρχίας να τη διατηρήσει. Και απέναντι σε αυτήν, το μόνο πραγματικό αντίβαρο παραμένει η οργάνωση, η αλληλεγγύη και η συλλογική μας δυνατότητα να μετατρέψουμε την άμυνα σε επίθεση.
Μπορεί να φαίνεται ότι βιώνουμε δύσκολους καιρούς, σε μία εικόνα υποχώρησης των κοινωνικών- ταξικών αγώνων από τη μία, και στην παγκόσμια πολεμική προετοιμασία και άνοδο του φασισμού από την άλλη. Μπορεί οι εξουσιαστές να μιλάνε για το λεγόμενο «τέλος της ιστορίας» αλλά η ιστορία δεν έχει την γραμμικότητα που νομίζουν. Τα φωτεινά παραδείγματα της αντίστασης μας δείχνουν τον δρόμο και τη συνέχεια του αγώνα. Από την μαχόμενη Παλαιστίνη που δεν υποκύπτει μπροστά στο τέρας των αποικιοκρατών, στους εξεγερμένους λαούς στη Βολιβία, στις συγκρούσεις μεταναστών στις ΗΠΑ με τον στρατό κατοχής του ICE, στις αδιάκοπες μεγαλειώδεις πορείες στη Σερβία, μέχρι τους εξεγερμένους μετανάστες στη Σιντική και τις πορείες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων για τα Τέμπη, η φλόγα της αντίστασης καίει ακόμα. Με φαντασία, ρίσκο και αισιοδοξία, κοιτάμε μπροστά , αγωνιζόμαστε καθημερινά από την πιο μικρή δράση μέχρι οι από τα κάτω να πάρουμε πίσω όσα μας ανήκουν και να ζήσουμε μια ζωή με ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Αδιαμεσολαβητοι ριζοσπαστικοί αγώνες απέναντι σε κράτος και κεφάλαιο

Ενάντια στις αυταπάτες της καλπης, να πάρουμε την ζωή μας στα χέρια μας και να οργανώσουμε την προλεταριακη αντεπίθεση

Λευτεριά στα συντροφιά που διώκονται για τις υποθέσεις Θεσσαλονίκης και Μαρφιν

Λευτεριά στους / στις μετανάστριες που καταδικάστηκαν για την εξέγερση στο καμπ - κολαστήριο της Σιντικής

Ανάρες, ομάδα δράσης και αλληλεγγύης.